Ελληνοτουρκικά: Ούτε κρίση, ούτε «ήρεμα νερά» - Το καλώδιο ως δείκτης πίεσης
Η «αναμέτρηση» Αθήνας - Άγκυρας δεν εκτονώνεται, ούτε κλιμακώνεται. Μετατοπίζεται. Από τους ουρανούς του Αιγαίου στους χάρτες, τα θαλάσσια πάρκα και τα καλώδια. Οι δυο χώρες μπαίνουν σε μία περίοδο ανταγωνισμού με νέα μέσα και με μικρό περιθώριο λάθους.
Το τελευταίο διάστημα, το μπαράζ δηλώσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα δημιουργεί την εντύπωση μιας νέας κλιμάκωσης. Η εικόνα, όμως, είναι πιο σύνθετη απ' ό,τι φαίνεται στην επιφάνεια. Δεν πρόκειται για επιστροφή στην ένταση προηγούμενων ετών, ούτε για συνέχιση των «ήρεμων νερών» που είχαν γίνει το βασικό αφήγημα της ελληνοτουρκικής σχέσης τα τελευταία χρόνια.
Φαίνεται πως πρόκειται για κάτι τρίτο: μια φάση παράλληλης κατοχύρωσης θέσεων, όπου κάθε πλευρά χτίζει το δικό της αποτύπωμα χωρίς να επιδιώκει ανοιχτή ρήξη. Χαρακτηριστική αυτής της λογικής είναι και η πρόσφατη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο, τη Ρω και τη Στρογγύλη. Η επιλογή του σημείου δεν είναι μόνο συμβολική: αποτυπώνει την επιδίωξη της Αθήνας να δηλώνει έμπρακτα την παρουσία της στα ακριτικά νησιά, να υπογραμμίζει την ελληνική κυριαρχία και ταυτόχρονα να συνδέει την ασφάλεια με τη διατήρηση ζωντανών και κατοικημένων συνόρων.
Το μήνυμα προς την Άγκυρα είναι σαφές: η Ελλάδα δηλώνει παρούσα, ενώ παράλληλα επιδιώκει να ενισχύσει το αποτύπωμά της στο πεδίο, διπλωματικά, νομικά και πρακτικά. Δεν μιλά για επικείμενη κρίση, αλλά για μια κατάσταση όπου η χώρα διαθέτει «έτοιμα όλα τα σενάρια» για κάθε πιθανή αύξηση της πίεσης, χωρίς αυτό να σημαίνει αλλαγή στρατηγικής προς μια πιο επιθετική στάση.
Δύο διαφορετικές λογικές, ένα κοινό πεδίο
Η τουρκική ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, σε περιοχές που άπτονται ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, δεν είναι περιβαλλοντική πρωτοβουλία. Είναι πάγιες θέσεις της Άγκυρας που μπήκαν σε επίσημο χάρτη στο πλαίσιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», το αναθεωρητικό δόγμα που αμφισβητεί την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών στον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών, και αναμένεται και αυτό με τη σειρά του να αποτελέσει τουρκικό «νόμο».
Από την πλευρά της, η ελληνική εξωτερική πολιτική για πρώτη φορά έθεσε επισήμως στο τραπέζι τα δικά της επιχειρήματα. Πριν την Άγκυρα ανακήρυξε θαλάσσια πάρκα και προχώρησε στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, αποτυπώνοντας σε επίσημο χάρτη τα δυνητικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, με πλήρη επήρεια τόσο της ηπειρωτικής χώρας όσο και των νησιών.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο στρατηγικές δεν είναι μόνο γεωγραφική, είναι νομική. Η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει την εφαρμογή της UNCLOS στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, επικαλείται «ειδικές περιστάσεις» λόγω γεωγραφίας και αμφισβητεί τη λογική ότι κάθε νησί έχει πλήρη δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).
Η Αθήνα στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και επιδιώκει να «ευρωπαϊκοποιήσει» τη θέση της, εντάσσοντάς την σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κανόνων που θεωρεί δεσμευτικό ακόμη και για κράτη εκτός Σύμβασης.
Όπως απορρέει και από πρόσφατες δηλώσεις του Γιώργου Γεραπετρίτη, πρόκειται για ζήτημα αξιοπιστίας και όχι απλώς νομικής τακτικής: υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο ατού μιας χώρας του μεγέθους της Ελλάδας είναι η συνέπειά της απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο, ακριβώς επειδή αυτή η συνέπεια είναι που της δίνει μεγαλύτερο έρεισμα σε μια ενδεχόμενη κρίσιμη στιγμή, σε αντιδιαστολή με μια πλευρά που το αγνοεί συστηματικά. Η ίδια λογική, σύμφωνα με την Αθήνα, διατρέχει εξίσου την επέκταση των χωρικών υδάτων και τις έρευνες υδρογονανθράκων: για να μπορεί μια χώρα να επικαλείται τη διεθνή έννομη τάξη, οφείλει πρώτα η ίδια να τη σέβεται.
Επιπλέον, η Αθήνα επενδύει συστηματικά και στην ενίσχυση των συμμαχιών της. Ιδιαίτερη θέση σε αυτό καταλαμβάνει η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, παράγοντας που η Άγκυρα παρακολουθεί στενά και έχει αρχίσει να καταγγέλλει δημόσια, βλέποντας σε αυτήν όχι μόνο μια διμερή σχέση, αλλά ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών συνεργασιών που επηρεάζει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι δεν διεξάγεται απλώς ένας αγώνας για το ποιος θα κάνει την επόμενη κίνηση. Διεξάγεται αγώνας για το ποιος θα φτάσει στην επόμενη φάση, τη συζήτηση οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, διμερώς ή μέσω Χάγης, έχοντας ήδη διαμορφώσει περισσότερα δεδομένα υπέρ του.
Το καλώδιο ως δείκτης πίεσης
Σε αυτό το πλαίσιο, αν υπάρχει ένα έργο που συμπυκνώνει τον κίνδυνο αυτής της νέας πραγματικότητας, είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector (GSI) . Το καλοκαίρι του 2024, στα ανοιχτά της Κάσου, το έργο μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε γεωπολιτικό επεισόδιο.
Τον περασμένο Αύγουστο, το έργο απέκτησε νέα δυναμική: η γαλλική επενδυτική Meridiam εισήλθε ως πλειοψηφικός μέτοχος στην εταιρεία GSI, ενώ υπεγράφη συμφωνία ΑΔΜΗΕ-GSI-Nexans για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών. Η κίνηση δίνει στο έργο μια πολύ πιο ισχυρή διεθνή διάσταση καθώς δεν αφορά πλέον μόνο μια ελληνοκυπριακή υποδομή, αλλά ένα έργο στο οποίο έχει άμεσο συμφέρον και το Παρίσι.
Ο πρωθυπουργός, με δηλώσεις του στη ΔΕΘ, ξεκαθάρισε ότι το έργο θα προχωρήσει μέσα στους επόμενους μήνες, τονίζοντας ότι η Άγκυρα «δεν έχει καμία νομιμοποίηση να μπορέσει να εμποδίσει ένα τέτοιο έργο». Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο τουρκικής παρεμπόδισης, πρόσθεσε: «Από εκεί και πέρα είμαστε σε συνεννόηση και με τη γαλλική πλευρά για να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε προφανώς όλα τα ενδεχόμενα».
Η διατύπωση αυτή, πέρα από πολιτικό μήνυμα αποφασιστικότητας, λειτουργεί και ως έμμεση αναγνώριση ότι το ενδεχόμενο νέας τουρκικής αντίδρασης παραμένει ανοιχτό στον σχεδιασμό της Αθήνας, η οποία επιδιώκει να το αντιμετωπίσει πλέον όχι μεμονωμένα, αλλά σε συνεννόηση με το Παρίσι. Η ελληνική πλευρά παρουσιάζει, άλλωστε, το έργο όχι απλώς ως ενεργειακή υποδομή αλλά και ως ευρωπαϊκή υποχρέωση, της οποίας η υλοποίηση θα συνεχιστεί σύμφωνα με τον προγραμματισμό της αναδόχου εταιρείας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Αθήνα επικαλείται τη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα στο πλαίσιο του δομημένου διαλόγου, εκτιμώντας ότι δεν αναμένεται «θερμό επεισόδιο» — χωρίς αυτό να αναιρεί την ετοιμότητα αντιμετώπισης κάθε σεναρίου.
Στο πεδίο, οι επόμενες έρευνες αναμένεται να διεξαχθούν στην ίδια γεωγραφική περιοχή, νοτιοανατολικά της Κρήτης και νότια της Κάσου και της Καρπάθου. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το έργο είναι τεχνικά και οικονομικά βιώσιμο, αλλά αν η γαλλική εμπλοκή θα λειτουργήσει πράγματι αποτρεπτικά απέναντι σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση ή αν απλώς μετατίθεται το ίδιο σενάριο λίγους μήνες μπροστά.
Ούτε κρίση, ούτε αποκλιμάκωση
Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτή μιας ανοιχτής κρίσης ούτε μιας πραγματικής αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, καμία πλευρά δεν φαίνεται προς το παρόν να επιδιώκει ανεξέλεγκτη ένταση. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς και στις δύο χώρες πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση, γεγονός που προσθέτει μια ακόμη μεταβλητή στον τρόπο με τον οποίο Αθήνα και Άγκυρα διαχειρίζονται την ένταση. Η προεκλογική περίοδος μπορεί να ενισχύσει τη ρητορική στο εσωτερικό, ταυτόχρονα θέτει το ερώτημα αν αυτό το πλέγμα αντιπαράθεσης μπορεί να διατηρηθεί χωρίς «ατύχημα», τη στιγμή που οι εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των δύο πλευρών συνεχίζουν να πυκνώνουν.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί πως δεν είναι τυχαίο το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η Αθήνα καθώς τον επόμενο μήνα η χώρα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη διάρκεια της οποίας αναμένεται και η εκλογή νέου Γενικού Γραμματέα, ενώ τον ερχόμενο Ιούλιο αναλαμβάνει και την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.